Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

από Υστερόγραφο - Οκτώβριος


ΠΕΝΤΕ ΜΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ

Κοίτα που η μουσική δεν είναι απλά νότες και ήχοι. Είναι χαρά. Είναι μεσολαβητής. Είναι τρόπος αναπνοής. Η μουσική ενώνει και ιδρύει δεσμούς, αλλά αρκείται στο να είναι ήχος. Παίρνει τη θλίψη απ’ το χέρι και τη χαϊδεύει. Φωτίζει την πεζότητα. Η μουσική είναι κίνηση και μαζί της ρέει το πνεύμα και ο λόγος και άμα η μουσική το θελήσει ρέει και η σκέψη. Πεθαίνει η τέχνη και ξυπνά η ποίηση, μέσα από χείλη χαμογελαστά που στάζουν αγάπη. Η αβάσταχτη φιλοδοξία του εαυτού ξεχνιέται. Γίνεται ένα θαύμα και εκεί που ψάχνεις την άκρη του νήματος αυτό πετάγεται και πλέκεται πανέμορφα μπροστά σου σα δικοτυλήδονο! Ο έρωτας παραμονεύει ανυπόμονα.

Η μουσική απαλύνει τον πόνο που δημιουργεί ο χρόνος! Και το κάνει ξανά και ξανά. Μέσα σε δωμάτια και αυλές κονταροχτυπιούνται επιθυμίες και φόβοι, και αναβλύζουν όνειρα από άλλους κόσμους, αλλοπρόσαλλους. Πάνω σε μπαλκόνια αμίλητοι αγναντεύουμε την αιωνιότητα και τον ίσκιο μας, παρέα με το Φοίνικα και το ουσάκ. Οι καρδιές μας μπουμπουνίζουν μαζί, καμιά πρώτη, ούτε καμιά τελευταία, και ο νόστος γίνεται συνεργάτης.  ‘Αγάπη υπάρχει;’ ρωτάει ο Μιχάλης καθισμένος σε ένα τραπέζι στην κουζίνα και δεν είμαι σίγουρος τι να απαντήσω. Αργότερα θέλει να γκρινιάξει αλλά το πνίγει με ένα βαθύ χαμόγελο. Διερωτώμαι για το θυμό που κρύβει μέσα του.

Κυλούν οι ώρες μα εμείς συμφιλιωνόμαστε μαζί τους. ‘Η ουσία είναι αυτό που υπάρχει ανεξάρτητα με αυτό που συμβαίνει’ είπε κάποιος γερμανόφωνος φιλόσοφος. Και υπάρχει αγάπη. Υπάρχει σαν πισίνα που καθόμαστε γύρω της και κάθε λίγο βουτάμε για να μας δροσίσει. Αράζουμε γύρω από αυτή την πισίνα για μέρες, μακριά από το εχθρικό ‘έξω’ λες και περιμένουμε να ανακαλύψουμε κάτι σπουδαίο πριν αποφασίσουμε να βγούμε. ‘Δεν έχω την ενέργεια να κάνω τα πράματα που έκανα’ σκέφτομαι. Μα η μουσική προστάτης, μεσολαβητής και οδηγός, αποκωδικοποιητής των ανθρώπινων συμπεριφορών, ανασηκώνει για άλλη μια φορά το φορτίο του χρόνου που τόσες ουλές αφήνει, και συντονίζει με τα βάθη της ψυχής.

‘Όχι κακές σκέψεις’ φωνάζει επιβλητικά ο μαέστρος από το δωμάτιο. Κατεβαίνω τις σκάλες του αρχοντικού και ταυτόχρονα το παλεύω και ξέρω πως το παλεύει και ο ίδιος. Η Μαρία και ο Θύμιος ντύνουν τη μέρα με μελωδίες που με συνοδεύουν στον ενθουσιασμό μου και στις λύπες μου. Θα συνεχίσουν να το κάνουν και μετά τον αποχαιρετισμό. Μα να που αυτός, ο αποχαιρετισμός, ήρθε. Τον ζούμε παρόντες, ζωσμένοι με μια περήφανη χαρά. Τον ζούμε φτερουγίζοντας. Τον ζούμε. Καλή αντάμωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου